1985-ΑΡΗΣ…Βαρέζε: Η πρώτη μαζική αποστολή, ο άθλος του τραυματία Γκάλη, το «χαμένο» γούρι του Ιωαννίδη

 

Από τον Δημήτρη Καρύδα

Ο Δημήτρης Καρύδας είναι ένας από τους πιο έμπειρους αθλητικούς δημοσιογράφους. Έγραψε το πρώτο του μικρό κείμενο σε αθλητική εφημερίδα τον Απρίλιο του 1979 και από τότε ασχολείται χωρίς διακοπή με το αθλητικό ρεπορτάζ. Το 2005 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα LuckyStrike , στη συνέχεια το (H πτήση, 2006) και μια συλλογή διηγημάτων (Παγιδευμένοι στο δίκτυο, 2007), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο «Φιλική Εταιρεία Πνεύματος». Έχει δουλέψει σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά, υπήρξε μέλος του αθλητικού τμήματος του MegaChannel από την πρώτη ημέρα της λειτουργίας του σταθμού μέχρι το 1996, και από το 1998 μέχρι σήμερα σχολιάζει αγώνες μπάσκετ για λογαριασμό του συνδρομητικού καναλιού Nova.

Έχοντας ζήσει πολλά στον χώρο του μπάσκετ και του αθλητισμού γενικότερα, έχοντας υπάρξει στα μεγαλύτερα γήπεδα του NBA, το G-Point.gr και ο Γιάννης Γιαννούλης του ζήτησαν να μοιραστεί μαζί σας, ένα γεγονός  που του έχει μείνει αξέχαστο… Ο μεγάλος αγώνας του ΑΡΗ στο Βαρέζε το 1985: Ιωαννίδης, Γιαννάκης, Γκάλης… η πρώτη μαζική αποστολή…

 

 

«Λένε ότι την πρώτη φορά δεν την ξεχνάς ποτέ. Σε οτιδήποτε. Ειδικά, μάλιστα αν αυτή η πρώτη φορά συνδυάζεται με κάποιας μορφής ιστορία. Μπορεί να πέρασαν σχεδόν 33 ολάκερα χρόνια από τότε αλλά την πρώτη δημοσιογραφική αποστολή μου στο εξωτερικό δεν θα την ξεχάσω για παραπάνω από ένα λόγους. Τα παλιά (ενδεχόμενα και καλά) εκείνα χρόνια το να ταξιδέψει ένας δημοσιογράφος του μπάσκετ εκτός Ελλάδος ήταν πράγμα σπάνιο.

 

Κατ΄ αρχήν οι ελληνικές ομάδες δεν έκαναν –σε αντίθεση με όσα ξέρουν οι γεννημένοι από το 1990 και εντεύθεν- ποτέ σπουδαίες πορείες στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, την πρώτη μεγάλη στιγμή ελληνικής ομάδας στο μπάσκετ και τον άθλο της ΑΕΚ το 1968 τον παρακολούθησε βήμα-βήμα μόνο ένας δημοσιογράφος, ο Βασίλης Γεωργίου που περιέγραφε τα παιχνίδια στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ.  Επίσης τα μέσα της εποχής (δηλαδή οι εφημερίδες) δεν έβρισκαν κανένα λόγο να σπαταλάνε χρήματα σε ταξίδια για να καλύψουν ένα αγώνα που εκ προοιμίου ήταν χαμένος.

 

Έτσι λοιπόν εκεί κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η ανάγκη του να έχεις διαβατήριο έμοιαζε πολυτέλεια μέχρι που εμφανίσθηκε ο….Άρης! Η πρώτη μεγάλη Ευρωπαϊκή πορεία του Άρη δεν έγινε το 1988 όταν έφτασε στο φάιναλ φορ της Γάνδης αλλά τρία χρόνια νωρίτερα. Την πρώτη χρονιά που έπαιξαν μαζί στην ομάδα Γκάλης και Γιαννάκης και ο Άρης εκπροσώπησε τη χώρα μας στο Κύπελλο Κόρατς, διοργάνωση που έριξε αυλαία το 2002.

 

Δεν ήταν εύκολο να διακριθείς στη συγκεκριμένη διοργάνωση αφού έπαιρναν μέρος τέσσερις ομάδες από κάθε χώρα γεγονός που σήμαινε ότι οι ελληνικές ομάδες (πλην πρωταθλητή και Κυπελλούχου) ήταν υποχρεωμένες να βρουν στο δρόμο τους τέσσερις καλές Ιταλικές, Γαλλικές, Γιουγκοσλαβικές, Ισπανικές ομάδες. Και χωρίς ουσιαστικά Αμερικάνικη βοήθεια αφού οι ξένοι δεν έπαιζαν στο πρωτάθλημα και μόνο αλλοδαποί δεύτερης διαλογής έρχονταν (και πληρώνονταν) στην Ελλάδα για να παίξουν 3-4 παιχνίδια σε προκριματικούς γύρους.

           1985 Πρωτάθλημα Καλαθοσφαίρισης

Ο Άρης όχι μόνο επιβίωσε των προκριματικών γύρων αλλά πήρε και τη 2η θέση-πρόκριση σε ένα δύσκολο όμιλο με την Ισπανική Αλκάλα, τη Γαλλική ΛεΜαν και την Ιταλική Λιβόρνο. Και βρέθηκε στα ημιτελικά της διοργάνωσης. Για πρώτη φορά μετά από ολόκληρες δεκαετίες μια ελληνική ομάδα είχε σηκώσει μπαϊράκι στην Ευρώπη και οι ελπίδες της έφταναν μέχρι τον τελικό!
Τελευταίο εμπόδιο ήταν μια ομάδα θρύλος η Βαρέζε που δεν είχε σπόνσορα πια την Ίνις αλλά την Τσιάο Κρεμ και ακόμη και για τη λιγοστή πληροφόρηση της εποχής έμοιαζε με κάτι εξωπραγματικό. Δεν πήγαινε πολύς καιρός από τους 10 σερί τελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου είχε εμφανισθεί από το 1970 μέχρι το 1979 και τις πέντε κατακτήσεις του τροπαίου.

 

Η διοίκηση του Άρη που πάντοτε ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της αποφάσισε ότι στον αγώνα ρεβάνς του Βαρέζε θα έπαιρνε μαζί με την ομάδα και τον ανήκουστο αριθμό των εννιά δημοσιογράφων! Για να γίνει αντιληπτό το… μέγεθος και η μαζικότητα της ιστορίας αρκεί να γράψω ότι εκείνα τα χρόνια είναι ζήτημα αν 20 (ναι είκοσι δεν πρόκειται περί λάθους) δημοσιογράφοι σε όλη την Ελλάδα είχαν καθημερινή τους ενασχόληση το μπάσκετ.

Στην πρώτη μαζική δημοσιογραφική εκστρατεία του εξωτερικού εκτός από την αφεντιά μου (τότε δούλευα στην Καθημερινή) ήταν οι δύο «παλιοσειρές» ο Τάκης ο Ευσταθίου και ο Πάρης Καλημερίδης από τη Θεσσαλονίκη, ο Σκουντής που είμαστε «σειρά» στη δημοσιογραφία και οι λίγο νεότεροι Γιάννης Φιλέρης και Τάσος Γιαννακόπουλος. Είχαν έρθει και τρεις ακόμη δημοσιογράφοι από μέσα της Θεσσαλονίκης αλλά ας με συγχωρήσουν δεν θυμάμαι ποιοι ακριβώς ήταν.

 

Το Βαρέζε δεν είναι τίποτε το σπουδαίο. Μια μικρή κωμόπολη έξω από το Μιλάνο και το χειρότερο είναι ότι Φλεβάρη μήνα ακόμη χιόνιζε! Χώρια που η ατμόσφαιρα στην αποστολή ήταν βαριά. Παραμονές του πρώτου αγώνα στη Θεσσαλονίκη ο σιδερένιος Νίκος Γκάλης είχε πάθει κάταγμα στο δάκτυλο και δεν έπαιξε στο ματς του Αλεξάνδρειου. Ο Άρης με μεγάλη προσπάθεια είχε νικήσει 80-77 με 29 πόντους του Παναγιώτη Γιαννάκη αλλά οι ελπίδες του για πρόκριση ήταν περιορισμένες. Μάλιστα, ο Γκάλης δεν ήταν καν στην αποστολή αφού είχε πάει νωρίτερα στο Μόναχο για να δει ένα ειδικευμένο ορθοπεδικό και κανείς δεν ήξερε αν θα παίξει στη ρεβάνς.

Το βράδυ στο ξενοδοχείο του χιονισμένου Βαρέζε ήταν δεδομένο πως θα περνάγαμε. Ο Ιωαννίδης είχε παράδοση να μαζεύει τον κόσμο γύρω του και να κάνει το δεύτερο καλύτερο πράγμα που ξέρει καλά εκτός από την προπονητική του μπάσκετ: Να μιλάει επί παντός επιστητού!

 

Στη δημοσιογραφική βόλτα που είχε προηγηθεί είχαμε ξεκινήσει μια πλάκα με τον καλό φίλο και συνάδελφο Τάσο Γιαννακόπουλο που ήθελε οπωσδήποτε να αγοράσει ρούχα Ιταλικής μόδας και είχε βάλει στο μάτι ένα δερμάτινο μπουφάν. «Να το πάρεις», του έλεγαν οι μισοί, «να μην το πάρεις είναι πολύ ακριβό», οι υπόλοιποι και η πλάκα μεταφέρθηκε στο λόμπι του ξενοδοχείου. Προς γενική κατάπληξη, ο Ιωαννίδης που είχε ως ένα από τα θρυλικά γούρια του να μη βγαίνει ποτέ από το ξενοδοχείο παραμονές αγώνων μπήκε στην πλάκα και μείναμε όλοι σύξυλοι όταν μας είπε: «Εμπρός πάμε να δούμε το μπουφάν του Γιαννακόπουλου να το αξιολογήσω». Και για χάρη ενός….δερμάτινου μπουφάν καταστρατήγησε για πρώτη (και μάλλον τελευταία) φορά τις συνήθειες του. Την εικόνα την αφήνω στη φαντασία σας. Εξι-επτά μαντράχαλοι να….λογομαχούν έξω από τη βιτρίνα ενός μαγαζιού στους άδειους δρόμους μιας χιονισμένης Ιταλικής κωμόπολης για ένα….δερμάτινο μπουφάν!

 

Η επόμενη μέρα δεν είχε το ίδιο κέφι. Ξεκίνησε όμως καλά. Κατεβαίνοντας για πρωινό με τον Σκουντή, που μοιραζόμαστε το ίδιο δωμάτιο, και φτάνοντας στο λόμπι με…σκούντησε. «Βλέπεις ότι βλέπω;». Έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου ήταν ο…..Γκάλης που είχε φτάσει μέσα στη νύχτα από το Μόναχο και με το κλασικό του στιλ στριφογύριζε μια μπάλα μπάσκετ στο δάκτυλο του τραυματισμένου δεξιού χεριού του υπό το βλέμμα του Ιωαννίδη. Ήταν το τεστ ετοιμότητας του Νικ. Καταλάβαμε ότι το βράδυ θα έπαιζε. Και ο κορυφαίος Έλληνας μπασκετμπολίστας όλων των εποχών έπαιξε. Με ένα σπασμένο κόκκαλο στο χέρι και φορώντας νάρθηκα. Ο Ιταλός γκαρντ Ρομπέρτο Ανκίζι που ήξερε το πρόβλημα όλο το βράδυ τον κτυπούσε πονηρά με «καρατιές» στο πονεμένο χέρι του. Παρόλα αυτά ο Γκάλης κατάφερε με μισό χέρι να σκοράρει 14 πόντους αλλά ο Άρης δεν άντεξε και έχασε καθαρά με 95-71. Είχε δώσει όμως το πρώτο δείγμα των Ευρωπαϊκών δυνατοτήτων του κάτι που θα γινόταν ξεκάθαρο τρία χρόνια αργότερα όταν άρχισαν οι θρυλικές πορείες του για τα φάιναλ φορ.


Είναι μάλλον περιττό να γράψω το δέος που νιώσαμε όταν μπήκαμε στην έδρα της Βαρέζε, τη σάλα Μασνάγκο και σηκώσαμε τα κεφάλια μας στην οροφή της αρένας. Εκεί πάνω κυμάτιζαν περήφανα πέντε λάβαρα, με το καθένα να αντιπροσωπεύει το αντίστοιχο τρόπαιο πρωταθλητή Ευρώπης. Όταν μου πέρασε το γνήσιο μπασκετικό δέος, πιτσιρικάς 22 ετών, σκέφτηκα δύο πράγματα: «Ωραία, με αξίωσε ο Θεός να δω το πιο ιστορικό γήπεδο της Ευρώπης γιατί τα αντίστοιχα του ΝΒΑ μάλλον δεν θα τα δω ποτέ», ήταν η πρώτη μου σκέψη. Και η δεύτερη: «Κρίμα που δεν θα δούμε ποτέ ένα τέτοιο λάβαρο σε ελληνικό γήπεδο».

 

 

Φυσικά η ζωή έχει άλλα σχέδια. Σήμερα 32 χρόνια αργότερα και τα μεγάλα γήπεδα του ΝΒΑ έχω επισκεφθεί ένα προς ένα και στα γήπεδα των Ελληνικών ομάδων δεν υπάρχει ένα αλλά εννιά λάβαρα Ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων! Χώρια τα τρόπαια που πήραν η ΑΕΚ, ο Άρης, ο ΠΑΟΚ και το Μαρούσι σ΄ αυτή τη μαγική διαδρομή των τριών δεκαετιών. Εκείνη όμως τη βραδιά στο Βαρέζε το ημερολόγιο έγραφε 20 Φεβρουαρίου του 1985 και έπρεπε να περιμένουμε δύο (και κάτι) χρόνια για να ξεκινήσουν όλα από την αρχή!

 

ΥΓ Ανασκαλεύοντας τα αρχεία μου για να γράψω αυτό το κείμενο για χάρη του Γιάννη του Γιαννούλη που μου το ζήτησε ανακάλυψα και κάτι που είχα καταχωνιάσει σε λάθος συρτάρια της μνήμης μου. Ο ένας από τους δύο Αμερικάνους της Βαρέζε και αυτός που έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά στον Άρη με 29 πόντους στον δεύτερο ημιτελικό ήταν ένας αδύνατος σέντερ. Τον έλεγαν Κόρνι Τόμπσον. Είναι ο ίδιος Τόμπσον που εννιά χρόνια αργότερα, στο τέλος πια της καριέρας του, στέρησε από τον Ιωαννίδη και ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών στο φάιναλ φορ του Τελ Αβίβ. Η ζωή μας τελικά κύκλους κάνει.»