Τάκης Λεμονής: Της αγάπης μαχαιριά…

Χίλιες λέξεις για τον άνθρωπο που έχει συνδέσει το όνομά του με πολλά από τα κατορθώματα του Ολυμπιακού.

Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς. Πρωταθλήματα, κύπελλα, άσπρο και κόκκινο, δόξα, Θρύλος, πέτρινα χρόνια, Ανδιρανόπουλοι, Γουλανδρής, Νταϊφάς, Κόκκαλης, Μαρινάκης. Αναρωτιέστε τι κοινό έχουν τα παραπάνω μεταξύ τους; Έχουν σημαδέψει την ποδοσφαιρική ομάδα του Πειραιά για τα καλά και έχουν αφήσει διαχρονικά το στίγμα τους στο dna της. Μήπως όμως ξεχάσαμε κάτι; Φυσικά τον Τάκη Λεμονή.

Όταν στις 10 Μαρτίου του 1925 ο Μιχάλης Μανούσκος «βάφτιζε» μια νέα τότε ομάδα, κανείς δεν φανταζόταν ότι στην πορεία του χρόνου ο σύλλογος θα γινόταν η δημοφιλέστερη ομάδα στην χώρα μας. Θα γεννούσε θρύλους με τα κατορθώματα της και θα γινόταν ο πιο πετυχημένος σύλλογος της χώρας -με διαφορά από τον δεύτερο- στα ποδοσφαιρικά μας δρώμενα. Όμως το θέμα μας σήμερα δεν είναι ο Ολυμπιακός, αλλά ο πρώην προπονητής του, Τάκης Λεμονής.

Ένας άνθρωπος που φόρεσε τη φανέλα της ομάδας το 1978 κατακτώντας πέντε πρωταθλήματα και στη συνέχεια συνέδεσε την προπονητική του καριέρα με τον σύλλογο που αγάπησε και αγαπήθηκε αφού σε αυτό το διάστημα – ή στα διαστήματα αφού οι θητείες του στο λιμάνι είναι πολλές και πιο συγκεκριμένα τέσσερις- πέτυχε μερικές από τις ιστορικότερες νίκες στην ιστορία των «ερυθρολεύκων». Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το 1-4 στον αγώνα κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο; Το 6-1 κόντρα στην ΑΕΚ; Προσωπικά θα μνημονεύω για πάντα το 6-2 επί της Λεβερκούζεν στη Ριζούπολη και φυσικά την πρώτη εκτός έδρας νίκη του Ολυμπιακού στο Champions League η οποία είχε έρθει στην Βρέμη με σκορ 3-1. Μια νίκη που έδωσε τέλος στα ανέκδοτα των οπαδών των αντιπάλων του για τις εκτός έδρας ευρωπαϊκές βραδιές του Champions League.

Ο Τάκης Λεμονής δεν γνώρισε την ομάδα ως προπονητής. Βρέθηκε σε αυτήν αρχικά ως ποδοσφαιριστής, την γνώρισε στη δόξα της και είδε από κοντά το μεγαλείο της, ενώ ήταν εκεί στα πέτρινά της χρόνια. Όταν ο Ολυμπιακός παρέμεινε δέκα χρόνια μακριά από τον τίτλο του πρωταθλητή, με τον ίδιο ωστόσο να αποχωρεί το 1991 και να μετακομίζει στη Λιβαδειά για χάρη του Λεβαδειακού. Φυσικά είχε αγαπηθεί και είχε αγαπήσει τον κόσμο, ήταν μέρος του συλλόγου και κομμάτι της ιστορίας του Ολυμπιακού. Φαντάζομαι ότι και ο ίδιος θα πόνεσε αρκετά με όσα τράβηξαν οι «ερυθρόλευκοι» επί προεδρίας Κοσκωτά και Σαλιαρέλη, ενώ χάρηκε στα χρόνια του Κόκκαλη παρότι πηγαινοερχόταν στον πάγκο της ομάδας, όπως συμβαίνει και σήμερα, επί Μαρινάκη.

Ο Λεμονής ήταν πάντα ένας πιστός «στρατιώτης» του συλλόγου κι ας είχε τον ρόλο του στρατηγού ως προπονητής. Έδινε και δίνει τα πάντα για τον Ολυμπιακό και είναι εκεί όποτε ο σύλλογος του Πειραιά χρειάζεται τη βοήθειά του. Προσπαθεί πάντα για το καλύτερο, θέλει να είναι πρώτος και κάνει ότι μπορεί για να μεταδώσει στους ποδοσφαιριστές του το ερυθρόλευκο dna. Το γνωρίζει καλά άλλωστε όπως προαναφέραμε. Ίσως καλύτερα από όλους όσους βρίσκονται αυτή την στιγμή στην ΠΑΕ. Για αυτό άλλωστε και ο ίδιος δέχεται σχεδόν αδιαμαρτύρητα την κάθε απόφαση που παίρνει η διοίκηση κατά καιρούς, όσο κι αν αυτή τον αδικεί.

 

Η χθεσινή του απομάκρυνση μπορεί να χαρακτηριστεί πολύ άδικη. Παρέλαβε την ομάδα σε μια δύσκολη περίοδο κι ενώ θύμιζε παιδική χαρά από το έργο του Χάσι και την αφήνει στην πρώτη θέση, έχοντας ξεπεράσει στη βαθμολογία τους διεκδικητές του τίτλου, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ. Ο Ολυμπιακός φυσικά δεν έχει αποδώσει κανένα σπουδαίο ποδόσφαιρο, όμως ακόμα κι έτσι, τον στόχο που του έθεσαν, τον πέτυχε. Το ότι δεν μπόρεσε να ελέγξει τα αποδυτήρια είναι κάτι που φαινόταν σε όλους, όμως για όποιον θυμάται, αυτός είναι ο λόγος που τον είχε απομακρύνει και ο Σωκράτης Κόκκαλης από τον πάγκο στην πρώτη του θητεία ως προπονητής του Ολυμπιακού (2000-2002). Φέτος το πρόβλημα με τις… βεντέτες του συλλόγου άρχισε να γίνεται κάτι παραπάνω από εμφανές. Προφανώς για τον λόγο αυτό η διοίκηση επέλεξε να δώσει τα κλειδιά στον Όσκαρ Γκαρθία, αφού ο στόχος του πρωταθλήματος είναι ζωντανός ακόμα. Όταν όμως οι παίκτες δε σέβονται τον προπονητή τους, είναι εύκολο να χαθεί όχι μόνο ένας τίτλος, αλλά ακόμα και η… μπάλα.

Ο Λεμονής ωστόσο δεν πληρώνει δικά του λάθη, αλλά των ανωτέρων του. Αυτών που επέλεξαν να τον απομακρύνουν το καλοκαίρι για λογαριασμό κάποιου κυρίου Μπέσνικ Χάσι και να τον επαναφέρουν στη θέση του στα τέλη του Σεπτεμβρίου. Το γεγονός ότι η διοίκηση της ομάδας του Πειραιά θέλησε να πάει στα playoffs του Champions League με κάποιον τεχνικό που έχει πείρα σε… καλοκαιρινούς αγώνες, αλλά τα κάνει μαντάρα από το φθινόπωρο και μετά δεν είναι λάθος του Λεμονή. Το μοναδικό του λάθος ήταν ότι δέχθηκε να τον αντικαταστήσει, αναλαμβάνοντας ένα ρόστερ με ποδοσφαιριστές που πολλοί εξ’ αυτών βλέπουν τον Ολυμπιακό όχι ως κομμάτι της ζωής τους, αλλά ως ένα σκαλοπάτι για μια καριέρα στα γήπεδα του εξωτερικού. Με κάποιους ποδοσφαιριστές που ακόμα και σήμερα δηλώνουν ότι ήρθαν στην χώρα μας εξαιτίας του Χάσι. Με κάποιους που μόλις έβαζαν γκολ του έκαναν χειρονομίες και πολλά άλλα τα οποία δεν έχει νόημα να καταγράψουμε.

Αυτό όμως που έχει νόημα είναι να αναγνωρίσουμε πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που ξέρει τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Που δεν φοβάται να «τσαλακωθεί» ο ίδιος για πάρτη της αγαπημένης του. Που βάζει το εγώ του κάτω από το κοινό καλό. Που προσπαθεί σε αντίξοες συνθήκες να γεμίσει κάποιους αδιάφορους υπαλλήλους του με αγάπη για αυτό που πρεσβεύουν και μέχρι πριν μερικά χρόνια δεν γνώριζαν τίποτα για το όποιο μεγαλείο του (του Ολυμπιακού).

Ο Τάκης Λεμονής μπορεί να απολύθηκε άδικα, μπορεί να απολύθηκε και δικαιολογημένα. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μπορεί η μέχρι στιγμής φετινή του παρουσία να έφερε αποτελέσματα, όμως πλέον μπαίνουμε στην πιο κρίσιμη καμπή του πρωταθλήματος και σίγουρα ένας σύλλογος που γνωρίζει τον πρωταθλητισμό περισσότερο από κάθε ανταγωνιστή του, ξέρει και να αποφεύγει παγίδες.

Και μια από αυτές θα ήταν να οδηγήσει τους στρατιώτες της στη μάχη με λάθος στρατηγό. Το είχαμε γράψει στο g-point άλλωστε ότι ο βασιλιάς φαίνεται να μπαίνει «ξεβράκωτος» στον πόλεμο. Το κείμενο είχε διπλή ανάγνωση. Ναι μεν είναι λάθος να απολύεις έναν προπονητή που κάνει καλά τη δουλειά του, όμως είναι μεγαλύτερο λάθος να τον κρατάς χωρίς να τον θέλουν οι παίκτες του.