Γκιούλα Λόραντ: Πριν 38 χρόνια έφυγε από την ζωή

Το φετινό πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ, μετά μάλιστα από 34 χρόνια έφερε στην κορυφή του ελληνικού ποδοσφαίρου τον «ασπρόμαυρο Δικέφαλο», που έκανε την αρχή αυτής της διαδρομής το 1975. Με προπονητή τον Ούγγρο Γκιούλα Λόραντ. Του ανθρώπου που μεταμόρφωσε έκτοτε την ομάδα της Θεσσαλονίκης βάζοντας τις βάσεις του επαγγελματισμού, που ως τότε δεν υπήρχαν. Σαν σήμερα στις 31/5/1981, έφυγε από την ζωή ο Γκιούλα Λόραντ, μια τεράστια ποδοσφαιρική προσωπικότητα, μια μορφή των ευρωπαϊκών γηπέδων ένας «επαναστάτης» του «βασιλιά των σπορ».

Ο Λόραντς γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1923 στο Κόσεγκ που βρίσκεται στην επαρχία Βάας στην Ουγγαρία. Στα 58 χρόνια που έζησε, πρόλαβε κι έκανε πολλά, σαν ποδοσφαιριστής αλλά και προπονητής υψηλού βεληνεκούς στην συνέχεια.

To Μάιο του 1975 αναλαμβάνει προπονητής στον ΠΑΟΚ αντικαθιστώντας τον Λες Σαννον. Μολονότι με τον ίδιο στο «τιμόνι» ο ΠΑΟΚ κατακτά το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας του, οι κατά καιρούς διαμάχες του με την διοίκηση της ομάδας τον φέρνουν σε αδιέξοδο και ο Γιώργος Παντελάκης, πρόεδρος τότε του ΠΑΟΚ, τον απολύει. Συνεχίζει την καριέρα του στην Αϊντραχτ Φραγκφούρτης το 1976 και τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει την Μπάγερν Μονάχου.

Στον ΠΑΟΚ επιστρέφει το καλοκαίρι του 1980 αποδεχόμενος τις εγγυήσεις του Παντελάκη παρότι η ομάδα βρίσκεται σε πτώση. Στο πρωτάθλημα 1980-81 η ομάδα διεκδικεί τον τίτλο μέχρι τέλους αλλά πληρώνει την αδυναμία της στα εκτός έδρας παιγνίδια. Από το σημείο εκείνο διαπιστώνονται ενοχλήσεις στην καρδιά του και οι συστάσεις των γιατρών της ομάδας είναι να ελεγξει καλύτερα το πρόβλημα του. Τους αγνοεί και με γνώμονα την αγάπη του για την ομάδα παραμένει πιστός στο «τιμόνι» της σε μια δύσκολη σεζόν, όπου η ομάδα του φτάνει στον ημιτελικό κυπέλλου αλλά και σε αγώνες σημαντικούς πριν τελειώσει το πρωτάθλημα.

Σε ένα κομβικό ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στην κατάμεστη Τούμπα, σαν σήμερα, 31-5-1981 η καρδιά του δεν αντέχει στην πίεση και τον προδίδει την ώρα του αγώνα, παρουσία 45.000 θεατών και των ποδοσφαιριστών που αγωνίζονταν την ίδια στιγμή. Ηταν μάλιστα μια στιγμή που μια κεφαλιά του Κούδα βρίσκει την εξωτερική πλευρά των δικτύων και όλος ο πάγκος μαζί με τον Λόραντ σηκώνεται να πανηγυρίσει νομίζοντας ότι μπήκε γκολ.

O Ούγγρος όμως λυγίζει και πέφτει μπροστά από τον πάγκο, όπου παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες των γιατρών της ομάδας δεν επανέρχεται. Μεταφέρεται στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου απλά διαπιστώνεται ο θάνατος του. Το παιχνίδι συνεχίζεται με τους ποδοσφαιριστές και τον κόσμο να πληροφορούνται από στόμα σε στόμα πως ο Λόραντ δεν υπάρχει πλέον και κάτω από ένα εντελώς βουβό σκηνικό ο ΠΑΟΚ καταφέρνει να κερδίσει μια άχαρη νίκη με γκολ που σημείωσε ο Βασίλης Βασιλάκος στο δεύτερο ημίχρονο όταν είχε περάσει στο γήπεδο σαν αλλαγή.

Η δραματική κατάληξη της ζωής του προπονητή που αναμόρφωσε τον ΠΑΟΚ, διαμορφώνει τα δεδομένα στην ομάδα της Θεσσαλονίκης. Η κηδεία του θα γίνει τρεις μέρες αργότερα στον τόπο της μόνιμης κατοικίας του στο Φράϊμπουργκ της Γερμανίας, με την παρουσία αντιπροσωπείας ποδοσφαιριστών και διοικούντων του ΠΑΟΚ, ενώ χρόνια αργότερα η Ουγγρική κυβέρνηση τον αποκαθιστά, τον αναγνωρίζει και με ενέργειες της μεταφέρει τα οστά του στην γενέτειρα του, όπου του γίνεται μια επίσημη οριστική ταφή, με την παρουσία όλης της κυβέρνησης της χώρας και των επισήμων φορέων του ουγγρικού ποδοσφαίρου και λοιπών αρχών.

Ο Γκιούλα Λόραντ σημάδεψε με την παρουσία του τον ΠΑΟΚ και το ελληνικό ποδόσφαιρο, ήταν ένας καινοτόμος και ρηξικέλευθος προπονητής, εφάρμοσε τεχνικές που ήταν άγνωστες ακόμα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και εκτιμήθηκε όσο λίγοι. Ακόμα και τώρα η παρουσία αλλά και ο τρόπος της δουλειάς του μνημονεύεται και οι ιστορίες με τις οποίες συνοδεύτηκε η παρουσία του στον πάγκο της ομάδας, συνεχίζουν να δημιουργούν έναν ανεξίτηλο «μύθο» γύρω από τον βίο και την ποδοσφαιρική του Πολιτεία. Φυγάς ο ίδιος από την κομμουνιστική Ουγγαρία, περιπλανήθηκε στην Ευρώπη και με ορμητήριο την Γερμανία που τον «φιλοξένησε» δημιούργησε μέσα σε λίγα χρόνια ένα τεράστιο όνομα.

Κι αυτό το όνομα το θυμούνται στην Θεσσαλονίκη, όσοι τον έζησαν έστω και για λίγο. Σκληρός, δίκαιος, άτεγκτος σε θέματα πειθαρχίας αλλά και λάτρης της άριστης φυσικής κατάστασης, πρέσβευε το ποδόσφαιρο του αιφνιδιασμού και της επιθετικότητας, και με τις τακτικές του μεταμόρφωνε ομάδες και ποδοσφαιριστές. Δούλευε αθόρυβα και δημιουργικά και απέφευγε τις συνεντεύξεις και συχνές δηλώσεις.

Μέσα στο γήπεδο και εν ώρα προπονήσεων οι παίκτες του τον φοβόνταν, έξω από αυτό ήταν φιλικός και ευχάριστος με όλους. Στην εποχή του στον ΠΑΟΚ δημιούργησε αυτόν τον «μύθο» γύρω από την τακτική της δουλειάς του και ήταν αρκετοί οι προπονητές κάθε ηλικίας και επιπέδου, που ζητούσαν άδεια από την διοίκηση του Δικεφάλου για να παρακολουθήσουν μια κανονική προπόνηση του και να καταγράψουν όσα αυτός σε ένα δίωρο έκανε. Η μνήμη του είναι διαρκώς άσβεστη και το έργο του εκτιμήθηκε πριν και μετά τον ένδοξο θάνατο του.